λογοτεχνίας κείμενα.... σελίδες του περιοδικού ΥΦΟΣ http://politistiko-magazino.blogspot.gr/

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~
.........η νέα ιστοσελίδα του περιοδικού ΥΦΟΣ - πατήστε πάνω στην εικόνα

... ας κάνουμε δώρο ένα βιβλίο στα αγαπημένα μας πρόσωπα- αντίδοτο στην κρίση που ζούμε...

Oδοιπορικό στα παράλια της αλησμόνητης Μ. Ασίας

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Στο γραφείο – του Π. Ένιγουεϊ

ΔΙΗΓΗΜΑ
January 10, 2017


 Στο  γραφείο πηγαίνω καθημερινά λίγο πριν τις οχτώ. Και φεύγω μετά από οκτώμισι – εννιά ώρες. Μπορεί και παραπάνω· εννιάμισι, δέκα… «Για να τελειώσω τη δουλειά». Μου αρέσει η υπερένταση στη δουλειά. Διαφορετικά βαριέμαι. Κι όταν βαριέμαι δε ξέρω τι να κάνω. Στο γραφείο. Αλλά και γενικότερα. Κυρίως όμως στο γραφείο. Ποτέ δεν κουβεντιάζω με τους γύρω· ποτέ δεν «σερφάρω» άσκοπα στο internet. Προσπαθώ πάντα να τελειώνω τη δουλειά μου γρήγορα και σωστά. Βάζοντας στόχους και κυνηγώντας την αποδοτικότητα. 
Όχι πως θα πάρω κάποια αύξηση ή μπόνους. Τώρα με την κρίση αυτά έχουν «κοπεί μαχαίρι». Ούτε όμως και από φόβο· μη με απολύσουν. Για την «τιμή των στόχων», και μόνο. Δε μ’ αρέσει να τεμπελιάζω. Στο γραφείο. Αλλά και γενικότερα. Δουλεύοντας περνά η ώρα γρήγορα. Και αυτό ακριβώς θέλω. Να περάσει η ώρα. Γρήγορα. Να πάρω το μετρό και να γυρίσω σπίτι να συνεχίσω το διήγημα αυτό από εκεί που το σταμάτησα χθες βράδυ.

_________
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Διήγημα "Ινδιάνοι" του Αλ. Μάινα

​ 
Αλέξιος Μάινας  

Ινδιάνοι

Θυμήσου ότι πέρασες.

Τα πρώτα χελιδόνια είχαν εμφανιστεί πάνω απ’ την τάφρο και το υπερυψωμένο μολάκι του φάρου. Αυτό σήμαινε πως δεν ήταν καλοκαίρι, κι ας απείχε μια βδομάδα ακόμα η ισημερία. Ήταν Σεπτέμβρης. Της εξηγούσα πως στη δική μου γλώσσα αυτό σήμαινε τέλη Οκτώβρη με αρχές Νοέμβρη.
Είχαμε συνηθίσει τα σύννεφα που άλλαζαν αποχρώσεις όταν ο ήλιος κατέβαινε στον ορίζοντα και τα φώτιζε από κάτω. Θύμιζαν χώμα. Τα ποδήλατα τα αφήναμε στο σημείο όπου τέλειωνε ο δρόμος και γινόταν πατικωμένη λευκή άμμος, για να μαλακώσει πιο κει κατηφορίζοντας ανάμεσα σε τούφες από αγριόχορτα προς την παραλία. Σε αυτή τη φουρτουνιασμένη σταχτιά θαλασσογραφία, απ’ την οποία μόνο το σκουριασμένο ναυάγιο κάποιου φαλαινοθηρικού και η αίσθηση πετρελαιοκηλίδας έλειπαν, κάναμε ένα μήνα πριν, επί έναν ολόκληρο μήνα, μπάνιο.
Όλη η ζωή είναι ένας μήνας, μη γελιέσαι, έλεγε η Γιούντιτ μέσα Αυγούστου κοιτώντας το νερό. Ήταν μια πρόταση που ποιητικά και δικαιωματικά ανήκει στο Σεπτέμβρη, γιατί είναι ο μήνας όπου τελειώνουν τα ψέματα, ήταν αυτός που θα μας χώριζε, ο μήνας όπου η χρονιά έχει δώσει ό,τι ήταν να δώσει και λείπει μόνο η διάγνωση της ανίατης ασθένειάς της, η κάθοδος στο Δεκέμβρη και η χαριστική βολή του απολογισμού. Η Γιούντιτ όμως δε νοιαζόταν για λογοτεχνικούς κανόνες, το δικό της ευαγγέλιο ήταν ο μοντερνισμός, τα ποιήματά της και οι απογευματινές ρήσεις της αποσκοπούσαν στο ξάφνιασμα ή, ίσως, απλά στο να προκαλούν. Το παρατσούκλι που μου είχε δώσει ήταν «τάρανδος». Δεν υπήρχε κανένας λόγος και δε λειτουργούσε με κανέναν τρόπο. Αν τη ρωτούσες «Γιατί τάρανδος;…», θα έλεγε: «Έτσι. Είναι μεταφορά».
Η Γιούντιτ είχε σουηδικά μαλλιά και υπέροχα δόντια. Τα ούλα ήταν υγιή και ροζ και φαίνονταν όταν χαμογελούσε. Φαίνονται σε όλες τις φωτογραφίες που μου έδωσε. Τις έδειχνε συχνά σε όποιον ήθελε να δει κάτι επίπεδα βράχια σαν πλάκες να κατεβαίνουν μέχρι την επιφάνεια ενός κόλπου. Στο βάθος ο αέρας τσαλάκωνε δυο δέντρα πάνω από ένα σπίτι από οριζόντια άσπρα μαδέρια. Αν δε μου τις έδινε, θα τις έκλεβα. Συνήθως όταν η μια αδελφή είναι όμορφη, η άλλη είναι εντελώς μέτρια – ή άσχημη. Δεν ξέρω αν η αδελφή τής Γιούντιτ ήταν όντως τόσο όμορφη όσο αυτές οι κοπέλες που έβλεπα πάνω στις εσωτερικές φωτογραφίες της στύσης μου όταν τις έβγαζε από ένα κουτί με μικρά τριαντάφυλλα και τις ξετύλιγε απ’ την κορδέλα, αλλά αυτές οι μικρές Αφροδίτες, έλεγε, είναι η αδελφή της. Αυτές δε μου τις έδωσε, μείναν στην κορδέλα, αλλά δε βαριέσαι. Άλλωστε με τα χρόνια την πατάει κανείς δυο τρεις φορές και μαθαίνει να μην πιστεύει στη θρησκεία της Kodak.
Τη Γιούντιτ όμως την είχα ζωντανή τρεις μήνες μπροστά μου. Ήταν η Άρτεμις, γιατί στο δικό μου δωδεκάθεο αυτή πρεσβεύει τον έρωτα. Που δε δίνεται παρά μόνο κατ’ εξαίρεση. Η Γιούντιτ είχε κερδίσει κι αυτή την ίδια υποτροφία. Με τον ίδιο τρόπο και σχεδόν με το ίδιο βιβλίο. Με λάτρευε ή τη λάτρευα, δεν έχει σημασία, γράφαμε με τον ίδιο τρόπο και αυτό τα λέει όλα. Είχαμε την πλήρη αποδοχή του άλλου.
Σχεδόν δυο μήνες δεν μπαίναμε στη θάλασσα γιατί ήταν ακόμα κρύα. Η υποτροφία κρατούσε τρεις μήνες από μέσα Ιουνίου. Μέναμε σε διπλανά δωμάτια σ’ έναν «οίκο λογοτεχνών», δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ τους αμμόλοφους, και ήμασταν οι μόνοι ποιητές. Είχαμε κάτι ακόμα κοινό, ήμασταν με το ένα πόδι Γερμανοί. Εκείνη δήλωνε Σουηδέζα, εγώ, πιο μελαγχολικά, Έλληνας. Κι άλλα κοινά, ένα σωρό. Αλλά, μετά τα τριανταπέντε, τρεις μήνες δεν αρκούνε για μια ζωή. Και ξέρεις ότι τα μισά είναι προβολές, το ξέρεις, είναι. Τα βιβλία είναι βιβλία, αλλά θέλει κι έναν εργάτη η ζωή. Είτε Αθήνα είτε Στοκχόλμη είτε δέκα λεπτά απ’ τη Βαλτική, οτιδήποτε παραπάνω στα πέντε χρόνια θα κατέρρεε. Τουλάχιστον αυτό είπαμε στην τελική συζήτηση. Δηλαδή εκείνη. Έξω απ’ το γράψιμο, το να είσαι Σουηδός είναι ένας όρκος πίστης στο ρεαλισμό, είπε.

Δεν ξέρω αν μπορώ να πω την ιστορία τριών μηνών. Στο Δουβλίνο ο μοντερνισμός θέλει 800 σελίδες για μια μέρα. Αλλά εδώ είμαστε δέκα λεπτά απ’ τη Βαλτική. Ίσως μπορώ να πω κάνα δυο επεισόδια. Ίσως μόνο ένα. Η ζωή είναι όπως η ποίηση, σκοτώνεσαι να συνθέσεις κάτι μεγάλο κι όλοι θυμούνται τα ολιγόστιχα. Που κόντεψαν να φύγουν στην επιμέλεια.
Τα χελιδόνια είχαν εμφανιστεί ένα πρωί, ασπρόμαυρα και γρήγορα σαν νυχτερίδες. Εκείνη τα πρωτοείδε. «Μαύρο γάλα του πρωινού», είπε. Περπατούσαμε για λίγο ξυπόλυτοι στην ακτή, σχεδόν πάνω στο νερό. Το κύμα γλιστρούσε απαλά σαν πάνω σε σελίδα κι έσβηνε από πίσω τα ίχνη μας. Μετά ξαναβάλαμε τα παπούτσια, γιατί είχε μπει το φθινόπωρο. Ήταν μια απ’ τις τελευταίες μέρες. Θα γυρνούσε Στοκχόλμη. Εγώ θα έμενα μια βδομάδα παραπάνω για να καπνίσω.
Είχα την εγρήγορση αυτού που δεν είναι σίγουρος αν έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται για να πηδήξει στο κενό. Ένιωθα διχασμένος, διπλός. Οι κόκκοι στις πατούσες κολλημένοι με θάλασσα ενοχλούσαν αφόρητα μες στα παπούτσια. Καθίσαμε σε μια πέτρα, τα βγάλαμε και αρχίσαμε να τα χτυπάμε μεταξύ τους. Εγώ ένα δικό της κι ένα δικό μου, κι εκείνη τ’ άλλα δυο. Όλο και πιο δυνατά. Αρχίσαμε να γρυλίζουμε, σχεδόν ουρλιάζαμε, είχε κάτι υστερικό όλο αυτό, αλλά το χρειαζόμασταν. Κάποια στιγμή τής κόπηκε το αλυσιδάκι απ’ το χέρι. Ένα ασημένιο μικρό ρόδο μ’ ένα πετράδι από γυαλί. Το σήκωσα, αλλά δεν της το ’δωσα. «Κόπηκε και το βρήκα στο πάτωμα», είπα. Με κοίταξε. «Ναι», είπε, «αλλά μόνο αν μου δώσεις κάτι κι εσύ». Έψαξε στις τσέπες μου. Έχωσε τα χέρια απ’ το πλάι, αλλά δε βρήκε τίποτα. «Καλά», είπε, «τότε θέλω το ρολόι».
Αυτό ήταν αδύνατο. Δεν ήμασταν δα παιδιά που παίζουν τους Ινδιάνους. Τα αντικείμενα δεν έχουν για μένα ιδιαίτερη αξία. Δεν είναι σημαντικά. Αλλά το συγκεκριμένο ήταν δώρο και το φορούσα ήδη δεκαπέντε χρόνια. Δεν ήταν δυνατό να της το δώσω για ένα παιχνίδι. Για έναν έρωτα που έληγε. Για μια ανάμνηση, για ένα παρελθόν, για μια μακρινή Σουηδία. Δεν είμαστε παιδιά. Τι να το κάνει εκεί; Να το βάλει στο χαρτοκούτι με τις φωτογραφίες; Να το βάλει στο συρτάρι των επιστολών τού πρώην, που πετιούνται στην αναπόφευκτη επόμενη συγκατοίκηση με Σουηδό; «Για όνομα του Θεού, Γιούντιτ», είπα μέσα στην ανυπόφορη ησυχία δύο λεπτών, «αύριο μεθαύριο φεύγεις, έτσι δεν είναι;  Φεύγεις, έτσι δεν είναι;»
 ____________
Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό «Το Δέντρο», τχ. 197-198

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

ΠΟΠΗ ΒΕΡΝΑΡΔΟΥ: Ο χορός της κοιμωμένης

ΠΟΠΗ ΒΕΡΝΑΡΔΟΥ: Ο χορός της κοιμωμένης:

* Ταξίδεψε στους τόπους της Ανατολής, όπως τους φανταζόταν πάντα όταν άκουγε τα παραμύθια της γιαγιάς της, και γνώρισε ανθρώπους που ...




Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Το νέο μυθιστόρημα του Μιτς Αλμπομ με τίτλο "ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ" από τις εκδ. Ψυχογιός

   Ξένη  λογοτεχνία     



ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
ΜΙΤΣ ΑΛΜΠΟΜ
Σελίδες : 336
Εκδόσεις Ψυχογιός, 
Αθήνα 2014


Μια φθινοπωρινή μέρα, τα τηλέφωνα στη μικρή πόλη Κόλντγουοτερ του Μίσιγκαν αρχίζουν να χτυπούν. Οι άνθρωποι που τηλεφωνούν είναι αγαπημένα πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή και λένε ότι καλούν από τον παράδεισο. 
Την ίδια αυτή μέρα, ο Σάλι Χάρντινγκ βγαίνει από τη φυλακή, όπου είχε μπει για ένα έγκλημα που δεν είχε διαπράξει. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, η γυναίκα του πέθανε. Επιστρέφει στο σπίτι του με την ελπίδα να ξαναφτιάξει τη ζωή του με τον γιο του. Αντί γι’ αυτό, βρίσκει τους πάντες αναστατωμένους με τα τηλεφωνήματα από τον παράδεισο. Καθώς αυτά όλο και πληθαίνουν, άνθρωποι συρρέουν από παντού για να δουν από κοντά το θαύμα. 
Όταν ο γιος του αρχίζει να κουβαλάει συνεχώς πάνω του ένα πλαστικό τηλέφωνο περιμένοντας τη μητέρα του να τον καλέσει, ο Σάλι αποφασίζει να αντιδράσει, αποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο του Κόλντγουοτερ δεν είναι παρά μια απάτη. Είναι όμως; Ή μήπως πρόκειται για το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου; 
Μια συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της σχέσης που μας συνδέει με τους αγαπημένους μας που δεν μπορούμε να δούμε.

…και δυο λόγια από τον συγγραφέα 

Το θέμα τής μετά θάνατον ζωής μάς απασχολεί όλους κατά καιρούς και ίσως, όσο μεγαλώνουμε, να μας απασχολεί ολοένα και περισσότερο. Σίγουρα. Τα δύο τελευταία βιβλία μου αντικατόπτριζαν αυτό το αίσθημα ότι μεγαλώνω. Το ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, αν και είναι κατά βάση θρίλερ, με θέμα τη δυνατότητα να επικοινωνούμε με πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή –και το κατά πόσο θέλουμε να πιστέψουμε σε κάτι τέτοιο–, εκφράζει την τωρινή ψυχική μου κατάσταση. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Ντέμπι, την αδερφή της γυναίκας μου, μόνο δύο χρόνια μεγαλύτερή μας. Πέθανε από καρκίνο του μαστού. Μιλούσε πολύ στο τηλέφωνο, και η γυναίκα μου είχε κρατήσει για καιρό τα μηνύματά της. Φοβόταν για περίπου δύο χρόνια να χρησιμοποιήσει το κινητό της, γιατί νόμιζε ότι θα έσβηνε κατά λάθος τα μηνύματα της αδερφής της… Η μητέρα μου έχει υποστεί δύο εγκεφαλικά και δε μιλάει πια. Δεν ξέρω καν αν με αναγνωρίζει όταν την επισκέπτομαι, γιατί ούτε να γνέψει μπορεί. Και, ξέρετε, μου λείπει πολύ η φωνή της, και έχω συνειδητοποιήσει ότι, μέσω της φωνής, συνδεόμαστε ενστικτωδώς ή συναισθηματικά με κάποιον άλλον. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι τα τηλέφωνα, τα τηλεφωνήματα και το πρώτο τηλέφωνο που κατασκευάστηκε.
~~~~~~


 (Απόσπασμα από συνέντευξη του Μιτς Άλμπομ στο articles.chicagotribune.com)



Ο ΜΙΤΣ ΑΛΜΠΟΜ είναι ευπώλητος συγγραφέας, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και βραβευμένος δημοσιογράφος. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει πάνω από 34 εκατομμύρια αντίτυπα σε 42 γλώσσες, ενώ πέντε από αυτά έχουν βρεθεί στην πρώτη θέση των μπεστ σέλερ της εφημερίδας New York Times. Έχει ιδρύσει επτά φιλανθρωπικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης κλινικής στην Αμερική για άστεγα παιδιά, και ένα ορφανοτροφείο στο Πορτ-ο-Πρενς της Αϊτής. Ζει με τη σύζυγό του στο Ντιτρόιτ.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

ΕΜΙΛΙ ΜΠΑΡ - "ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΡΙΒΙΕΡΑ" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σελίδες 456, Αθήνα 2014 - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ



"ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΡΙΒΙΕΡΑ" ονομάζεται το τρένο που συνδέει το Λονδίνο με την Κορνουάλη. Αυτό το τρένο παίρνει κάθε εβδομάδα η Λάρα Φιντς για να επιστρέψει στη φαινομενικά τέλεια κι ωστόσο αφόρητα βαρετή ζωή της με τον Σαμ. Και σ’ αυτό το ίδιο τρένο θα γνωρίσει τον Γκάι, που θα γίνει ο παράνομος δεσμός της.
Μια νύχτα, ένας φόνος θα ταράξει τη ρουτίνα της Νυχτερινής Ριβιέρας, και η Λάρα θα εξαφανιστεί χωρίς ίχνος. Μόνο η φίλη της, η Άιρις, αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή των γεγονότων και αποφασίζει να την αναζητήσει. Για την Άιρις, αυτή θα είναι η αρχή μιας περιπέτειας που θα την οδηγήσει πολύ μακριά, αποκαλύπτοντάς της παλιά εγκλήματα και σκοτεινά μυστικά.
Για τη Λάρα, θα είναι το τέλος ενός ταξιδιού που ξεκίνησε πριν από πολύ καιρό. Ενός ταξιδιού που πρέπει να τελειώσει, προτού την καταστρέψει…

~~~~~~~~~~~~



Η ΕΜΙΛΙ ΜΠΑΡ ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως δημοσιογράφος, γνωρίζοντας πάντα ότι το πάθος της ήταν η συγγραφή. Αφού εργάστηκε για λίγα χρόνια ως αρθρογράφος στην εφημερίδα Guardian, πρότεινε στους προϊσταμένους της να ταξιδέψει για έναν χρόνο και να καταγράψει τις εμπειρίες της. Η πρότασή της έγινε δεκτή, και το ταξίδι αυτό αποτέλεσε την έμπνευση για το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο Backpack, που απέσπασε το βραβείο W. H. Smith για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. 
Το ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΡΙΒΙΕΡΑ είναι το δωδέκατο μυθιστόρημά της. Ζει στην Κορνουάλη με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά τους.


Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ο Φρόιντ και η λογοτεχνία

      ΚΥΡΙΑΚΗ, 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014 09:50


Του Γιώργου Λαμπράκου

Οι ποιητές είναι οι ανεπίσημοι νομοθέτες του κόσμου - Π.Μπ. Σέλεϊ

Η στενή σχέση του Σίγκμουντ Φρόιντ με τη λογοτεχνία είναι γνωστή και πολυερμηνευμένη. Ο δόκτωρ νευρολογίας και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης διάβαζε φανατικά λογοτεχνία από μικρή ηλικία και έτσι γνώριζε άριστα τους κλασικούς συγγραφείς, αρχαίους και νεότερους, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ποίηση. Η γνώση αυτή τροφοδοτούσε σε σημαντικότατο βαθμό την ψυχολογική του σκέψη, αλλά και τον περίτεχνο (ακόμα και «λογοτεχνικό», όπως θεωρεί ο Χάρολντ Μπλουμ) τρόπο γραφής του: άλλοτε ο Φρόιντ ενίσχυε τις θεωρίες του επιστρατεύοντας εκ των υστέρων κάποια λογοτεχνικά παραδείγματα, άλλοτε η ίδια η λογοτεχνία τον επηρέαζε άμεσα, γεννώντας του ιδέες και διαισθήσεις για την ανθρώπινη κατάσταση.

Ωστόσο, σημασία έχει ότι το ενδιαφέρον του Φρόιντ, και της ψυχανάλυσης γενικότερα, για τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες είναι καθαρά και πρωτίστως ψυχολογικό, όχι αισθητικό. Αυτό σημαίνει πως ο Φρόιντ δεν ενδιαφέρεται τόσο να μας πει ποια λογοτεχνικά ή άλλα έργα έχουν (αισθητική) αξία, όσο το τι φανερώνουν αυτά τα έργα για την ανθρώπινη ψυχολογία και γιατί.


Διαχρονικές και πανανθρώπινες ιδέες


Η παραπάνω θέση διαφαίνεται και στον κομψό τόμο που ανθολογεί πέντε συναφή κείμενά του, με τον γενικό τίτλο ΟΝτοστογιέφσκι και η πατροκτονία (εκδ. Πατάκη). Σε αυτό το πρώτο και γνωστότερο δοκίμιό του, ο Φρόιντ ασχολείται με την πολυδιάστατη, σχεδόν αχανή προσωπικότητα του κορυφαίου Ρώσου πεζογράφου. Στόχος του δεν είναι να μας πείσει ότι τα έργα του Ντοστογιέφσκι είναι σημαντικά από λογοτεχνική σκοπιά, αλλά να δείξει πώς ορισμένες βασικές έννοιες και αρχές της ψυχανάλυσης (το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η αμφιθυμία, η νεύρωση, ο ναρκισσισμός, η αμφισεξουαλικότητα) μπορούν να «αναγνωσθούν» στο έργο του Ντοστογιέφσκι. Κατ’ επέκταση, ότι ισχύουν σε διαχρονικό και πανανθρώπινο επίπεδο.

«Για τον Ντοστογιέφσκι, ο εγκληματίας φαντάζει σχεδόν σαν σωτήρας που επωμίζεται το φορτίο της ενοχής, το οποίο θα έπρεπε διαφορετικά να φέρουν οι άλλοι»
Ο Φρόιντ στέκεται ειδικότερα στο ζήτημα του «εγκληματία» στα έργα του Ντοστογιέφσκι. Οι περισσότερες παρατηρήσεις του, εύστοχες ούτως ή άλλως, αξιώνουν γενικευμένη ισχύ: «Για τον εγκληματία, δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά: ο άκρατος εγωισμός και η έντονη τάση προς την καταστροφή· κοινή σε αμφότερα αλλά και προϋπόθεση για την εκδήλωσή τους είναι η απουσία αγάπης». Και παρακάτω: «Για τον Ντοστογιέφσκι, ο εγκληματίας φαντάζει σχεδόν σαν σωτήρας που επωμίζεται το φορτίο της ενοχής, το οποίο θα έπρεπε διαφορετικά να φέρουν οι άλλοι. Δεν χρειάζεται πλέον να διαπράξουμε φόνο αφού τον έχει ήδη διαπράξει εκείνος, αλλά του οφείλουμε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, αλλιώς θα έπρεπε να τον διαπράξουμε οι ίδιοι».
Στα επόμενα τέσσερα κείμενα του τόμου, τα οποία γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους («Μια παιδική ανάμνηση από την αυτοβιογραφία του Γκαίτε», «Ορισμένοι χαρακτήρες ιδωμένοι μέσα από την ψυχαναλυτική εργασία», «Το εφήμερο» και «Ψυχοπαθείς χαρακτήρες επί σκηνής»), ο Φρόιντ συνεχίζει τον ψυχαναλυτικό στοχασμό του αντλώντας ιδέες από τη λογοτεχνία. Έτσι, μια φαινομενικά ακατανόητη πράξη του νεαρού Γκαίτε (αλλά και κάποιων αναλυόμενων) ωθεί τον Φρόιντ στο να διαλευκάνει τον καλυμμένο συμβολισμό της, δηλαδή το ποια πραγματική επιθυμία κάλυπτε – επιθυμία με αξίωση, όπως πάντα, γενικής ισχύος. Σε άλλο δοκίμιο, αναλύει τύπους ανθρώπων που θεωρούν εαυτόν «εξαίρεση», ή, πράγμα ακόμα πιο ενδιαφέρον, «αποτυγχάνουν μπροστά στην επιτυχία». Πέρα από τους προαναφερθέντες κολοσσούς της λογοτεχνίας, ο Φρόιντ θα αναλύσει έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν και του Τσβάιχ, μεταξύ άλλων, ενώ θα σχολιάσει και την εξέλιξη του θεάτρου από την αρχαία τραγωδία στο σύγχρονο ψυχολογικό δράμα.

Συγκίνηση και κριτική σκέψη

Παρά τα φαινόμενα, λοιπόν, ο Φρόιντ δεν επιθυμεί, και ευτυχώς, να γίνει κριτικός λογοτεχνίας. Ακόμα και όταν εκτιμά ότι ο Σαίξπηρ «είναι ο μεγαλύτερος όλων των ποιητών» ή ότι «τρία από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά αριστουργήματα όλων των εποχών πραγματεύονται το ίδιο θέμα, δηλαδή την πατροκτονία», ο Φρόιντ δεν κάνει ουσιαστικά λογοτεχνική κριτική, αλλά επιχειρεί να δείξει γιατί τα συγκεκριμένα έργα έχουν τόση ψυχολογική επίδραση στον θεατή-αναγνώστη (η ποιότητα των έργων παίζει σαφώς ρόλο στην επίδρασή τους στον θεατή-αναγνώστη, αλλά δεν είναι αυτό το κυρίαρχο ενδιαφέρον του). Ο θεατής-αναγνώστης συγκινείται όταν βλέπει ή διαβάζει ένα τραγικό ή δραματικό έργο, νιώθει «ταύτιση» με τους χαρακτήρες, διότι κατά βάθος (και χωρίς να το συνειδητοποιεί αμέσως, αφού το βάθος είναι το ασυνείδητο) βιώνει ή/και αναβιώνει μέσα του πολλές από τις σωματικές και κυρίως ψυχονοητικές συγκρούσεις που βλέπει επί σκηνής. Μπορεί η συγκίνηση του θεατή-αναγνώστη (η «εμβάθυνση στην ψευδαίσθηση», όπως γράφει ωραία ο Φρόιντ) να προηγείται, αλλά ύστερα πρέπει να επέλθει η κριτική σκέψη που θα συμβάλλει στην ανάλυση του έργου ώστε να φανερωθούν οι αιτιακές ψυχικές συνάφειες, να αναδειχτεί το ψυχικό υπόστρωμα των χαρακτήρων: δηλαδή, εμάς των ιδίων.


Ο θεατής συγκινείται όταν βλέπει ένα τραγικό ή δραματικό έργο, νιώθει «ταύτιση» με τους χαρακτήρες, διότι κατά βάθος βιώνει ή/και αναβιώνει μέσα του πολλές από τις σωματικές και κυρίως ψυχονοητικές συγκρούσεις που βλέπει επί σκηνής

Έχουμε γνωρίσει καλλιτέχνες που εξεγείρονται ακατανόητα όταν κάποιος προσπαθεί να ερμηνεύσει τα έργα τους (και) από ψυχαναλυτική σκοπιά. Ωστόσο, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπαμε εξαρχής, ας τονίσουμε ότι η ψυχανάλυση δεν είναι, δεν ενδιαφέρεται να είναι και κυρίως δεν πρέπει να παριστάνει πως είναι κριτική λογοτεχνίας ή αισθητική θεωρία. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η ψυχανάλυση διανοίγει μερικούς δρόμους για να δούμε πώς συνδέονται οι καλλιτέχνες με τα έργα τους, αλλά και οι θεατές με τα έργα αυτά, με στόχο να εξάγει γενικότερα συμπεράσματα για τον ανθρώπινο ψυχισμό, όχι για να ορίσει τι είναι καλό και τι κακό στην τέχνη.

Όπως λένε και οι μεταφραστές στη χρήσιμη εισαγωγή τους, που επισκοπεί τη σχέση του Φρόιντ με τους γερμανόφωνους λογοτέχνες της εποχής του: «ο Φρόιντ ουδέποτε εξέλαβε την ψυχανάλυση ως επίθεση κατά της λογοτεχνίας», απεναντίας πάντα θαύμαζε τους μεγάλους ποιητές, αυτούς τους «άριστους γνώστες της ανθρώπινης ψυχής» (βλ. «Ορισμένοι χαρακτήρες ιδωμένοι μέσα από την ψυχαναλυτική εργασία»). Τα έργα τέχνης και λογοτεχνίας συνδέονται αναπόφευκτα με τον δημιουργό τους, ο δημιουργός τους συνδέεται αναπόφευκτα με το ανθρώπινο είδος, και το ανθρώπινο είδος διέπεται αναπόφευκτα από κάποιες ψυχικές (και άλλες) σταθερές. Ο Φρόιντ δεν συνδέει τα έργα με τον δημιουργό τους για να εκτιμήσει την ποιότητά τους, αλλά για να ανιχνεύσει τις ψυχικές πηγές τους, πηγές που ενυπάρχουν ως προδιάθεση (και συνεπώς δύνανται να ξεπηδήσουν) σε όλους μας. Το αν ένα έργο αξίζει, δηλαδή αξίζει αισθητικά, είναι άλλη υπόθεση.




Ο Ντοστογέφσκι και η Πατροκτονία
Σίγκμουντ Φρόιντ
Μτφρ: Γιάννης Καλιφατίδης, Ηλιάνα Αγγελη
Πατάκη 2014
Σελ. 200, τιμή € 7,70

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ SIGMUND FREUD

*από το: